ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΤΗΣ, Η ΠΕΘΕΡΑ ΤΗΣ ΤΗΣ ΕΙΠΕ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙ ΣΤΗΝ ΚΟΥΖΙΝΑ — ΚΑΙ Ο ΓΑΜΠΡΟΣ ΣΥΜΦΩΝΗΣΕ
Μισή ώρα πριν φύγουν για το δημαρχείο, η πεθερά της κοίταξε τη Δάφνη και της είπε ψυχρά:
«Πήγαινε λίγο στο δωμάτιο δίπλα στην κουζίνα. Θέλουμε πρώτα να βγάλουμε οικογενειακές φωτογραφίες».
Η Δάφνη πάγωσε. Φορούσε το νυφικό της, οι καλεσμένοι είχαν αρχίσει να φτάνουν και ο άντρας που αγαπούσε στεκόταν δίπλα στη μητέρα του, χωρίς να λέει λέξη.
«Και εγώ τι είμαι;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή.
Ο Αντώνης απέφυγε το βλέμμα της.
«Σε παρακαλώ, Δάφνη. Μην κάνεις σκηνή. Μόνο για δέκα λεπτά».
Εκείνη τη στιγμή, κάτι μέσα της έσπασε. Για τέσσερις μήνες ανεχόταν τις παρεμβάσεις της μέλλουσας πεθεράς της: επιπλέον καλεσμένους, αλλαγές στα τραπέζια, τηλεφωνήματα στο εστιατόριο χωρίς την άδειά της. Κάθε φορά ο Αντώνης τής ζητούσε να κάνει υπομονή.
Αυτή τη φορά, όμως, της ζητούσε να εξαφανιστεί από τον ίδιο της τον γάμο.
Η Δάφνη έβγαλε αργά το δαχτυλίδι των αρραβώνων της και το ακούμπησε στην παλάμη του.
«Κράτησέ το. Δεν θα παντρευτώ έναν άντρα που με αφήνει μόνη κάθε φορά που πρέπει να με υπερασπιστεί».
Η πεθερά της ξέσπασε: «Θα καταστρέψεις τον γάμο για δέκα λεπτά;»

Η Δάφνη σήκωσε το κεφάλι.
«Όχι. Τον καταστρέφω επειδή κατάλαβα ότι σε αυτόν τον γάμο η νύφη περισσεύει».
Ο πατέρας της ακύρωσε τη δεξίωση και ανέλαβε τα έξοδα που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί. Ο Αντώνης προσπάθησε να την πείσει να αλλάξει γνώμη, αλλά δύο ημέρες αργότερα εξακολουθούσε να μιλά μόνο για τους καλεσμένους, τα χρήματα και την ντροπή της οικογένειάς του.
Δεν κατάλαβε ποτέ το πραγματικό πρόβλημα.
Μία εβδομάδα αργότερα, η Δάφνη έβαλε το νυφικό της σε ένα κουτί για να το πουλήσει.
«Δεν το μετανιώνεις;» τη ρώτησε ο πατέρας της.
Εκείνη χαμογέλασε θλιμμένα.
«Το φόρεμα λίγο. Τον γάμο καθόλου».







