– Λάτσι! Αγόρι μου, είσαι έτοιμος; – φώναξε η μητέρα του από την κουζίνα, με φωνή που έκρυβε ανησυχία, περηφάνια και μια υποψία θλίψης.
– Ναι, μαμά, μόνο που ελέγχω άλλη μια φορά τη βαλίτσα μου, για να βεβαιωθώ ότι δεν ξέχασα τίποτα! – αποκρίθηκε ο Λάτσι, καθώς με προσοχή σκούπιζε τη σκόνη από την ασημένια αγκράφα της ζώνης του.
Όλα του ήταν τακτοποιημένα με στρατιωτική ακρίβεια: η στρατιωτική του ταυτότητα, μια μικρή φωτογραφία των γονιών του, και φυσικά… εκείνο το δέμα με τα γράμματα της Άγκι.
Ήταν μόλις λίγο πάνω από τα είκοσι. Η ζωή τον είχε ήδη βάλει να βαδίσει στον δρόμο της ανδρικής ευθύνης, όμως στα μάτια του έκαιγε ακόμη το φως της ελπίδας – εκείνης της καθαρής, αγνής ελπίδας της νιότης.
Με την Άγκι ήταν μαζί δυο χρόνια. Την είχε αγαπήσει όσο κανέναν άλλον. Κι εκείνη του είχε υποσχεθεί ότι θα τον περίμενε – ό,τι κι αν γινόταν.
– Θα σου γράφω κάθε μέρα – του είπε τη μέρα που τον αποχαιρετούσε στον σταθμό. Ο Λάτσι κρατούσε το χέρι της και ένιωθε πως αν το άφηνε, θα άφηνε και την ψυχή του μαζί.
– Κι εγώ θα σου γράφω – της απάντησε ψιθυριστά, ενώ τα δάχτυλά του σφίγγονταν γύρω από τα δικά της, σαν να ήθελε να παγώσει τον χρόνο.
Το τρένο σφύριξε και ξεκίνησε. Η Άγκι κουνούσε το χέρι της, εκείνος όμως στεκόταν ακίνητος στο παράθυρο και προσπαθούσε να αποτυπώσει στη μνήμη του κάθε λεπτομέρεια της – τα μάτια της, τη μπούκλα που της πετούσε ο άνεμος στο πρόσωπο, τα χείλη της που του ψιθύρισαν «Σ’ αγαπώ» λίγο πριν χαθεί από το οπτικό του πεδίο.
Οι μέρες στον στρατό ήταν ατελείωτες, σκληρές, μονότονες. Μα ο Λάτσι έγραφε κάθε βράδυ – χωρίς εξαίρεση. Της μιλούσε για τη σκοπιά, για το φαγητό του στρατοπέδου, για τα πειράγματα με τους άλλους στρατιώτες στα θαλάμους… Αλλά πίσω από κάθε πρόταση, πίσω από κάθε λέξη, κρυβόταν μία σταθερή αλήθεια: **«Μου λείπεις.»**
Και η Άγκι απαντούσε. Στην αρχή, τουλάχιστον. Έστελνε γράμματα μεγάλα, με άρωμα, σε φακέλους στολισμένους με καρδούλες. Ύστερα άρχισαν να έρχονται πιο αραιά. Μια φορά τη βδομάδα… μετά κάθε δεκαπέντε μέρες… Και μετά – σιωπή.
– Ίσως είναι άρρωστη – έλεγε στον εαυτό του, προσπαθώντας να μη χάσει την ελπίδα του.
– Ίσως πήγε στο χωριό των παππούδων της. Δεν έχει ταχυδρομείο εκεί στα βουνά… – αλλά βαθιά μέσα του ήξερε πως αυτά ήταν δικαιολογίες.
Οι υπόλοιποι στο λόχο του απλώς γελούσαν.
– Ξέχνα την, φιλαράκι. Ένας χρόνος είναι αιώνας… ειδικά για μια γυναίκα.
– Η Άγκι δεν είναι σαν τις άλλες! – φώναζε ο Λάτσι με πείσμα. – Μου έδωσε τον λόγο της!
Και μετά ήρθε η μέρα της απόλυσης. Ο Λάτσι τακτοποίησε τα πράγματά του. Στην εσωτερική τσέπη του παλτού του, τοποθέτησε το τελευταίο γράμμα που είχε λάβει από την Άγκι. **Είχε περάσει καιρός από τότε… Μα δεν μπορούσε να το πετάξει.**
Στον σταθμό γινόταν πανδαιμόνιο. Οικογένειες, δάκρυα, γέλια, αγκαλιές, λουλούδια… Μα ο Λάτσι έψαχνε μόνο ένα πρόσωπο.
Δεν ήταν εκεί.
Ο κόσμος άρχισε να σκορπίζει. Το τρένο απομακρύνθηκε. Ο Λάτσι έμεινε μόνος. Ο παγωμένος άνεμος φύσηξε μέσα από το παλτό του.
– Ίσως απλώς άργησε… – ψιθύρισε αμήχανα.
Και τότε την είδε. Στην απέναντι αποβάθρα.
Μια γυναίκα με ένα μωρό στην αγκαλιά. Το παιδί κοιμόταν γαλήνια. Τα μάτια της γυναίκας τον κοίταξαν – ήρεμα, θλιμμένα, σχεδόν απολογητικά.
Ήταν η Άγκι.

Ο Λάτσι πάγωσε. Η καρδιά του σταμάτησε για μια στιγμή. Δεν μπορούσε να πάρει ανάσα.
Τα μάτια της ήταν σκοτεινά. Τα χείλη της σφιγμένα. Δεν χαμογέλασε. Δεν έκανε βήμα προς το μέρος του. Μονάχα τον κοίταξε, κι ύστερα έσκυψε το κεφάλι και άρχισε να φεύγει αργά, σαν σκιά που ξεθωριάζει.
Ο Λάτσι ένιωσε τα γόνατά του να λυγίζουν. Μα βρήκε τη δύναμη και φώναξε:
– Άγκι! Περίμενε!
Η Άγκι σταμάτησε. Μα δεν γύρισε. Το παιδί στην αγκαλιά της αναστέναξε, σαν να ένιωσε την ένταση.
Ο Λάτσι στάθηκε λίγα βήματα πίσω της, σαν να φοβόταν πως ο ήχος της φωνής του θα έσπαγε για πάντα το όνειρο.
– Εσύ… είσαι εδώ – ψιθύρισε.
Η Άγκι γύρισε αργά. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Τόσα συναισθήματα μαζεμένα: έκπληξη, οδύνη, ενοχή, αλλά και μια σπίθα από εκείνη την παλιά, ανείπωτη αγάπη.
– Γύρισες – του είπε απαλά.
– Ναι… Πίστευα πως θα επιστρέφαμε μαζί – απάντησε ο Λάτσι με φωνή που έτρεμε.
Εκείνη κοίταξε το μωρό. Το κράτησε πιο σφιχτά.
– Είναι… δικό μου; – ρώτησε εκείνος, πιο πολύ με την καρδιά παρά με τα λόγια.
Η Άγκι δίστασε. Τα χείλη της τρεμόπαιξαν. Τελικά, κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
– Όχι. Είναι του συζύγου μου.
Ήταν σαν κάποιος να τον χτύπησε στο στομάχι. Ο κόσμος γύρω του έσβησε.
– Σύζυγος; Αλλά… εσύ… μου υποσχέθηκες…
– Ξέρω τι είπα. Και ήλπιζα πως κι εσύ θα κράταγες την υπόσχεσή σου. Στην αρχή μετρούσα τις ώρες, τα λεπτά… Και μετά ήρθε μια μέρα, που δεν άντεξα άλλο.
– Πόσα γράμματα πήρες από μένα; – ρώτησε με φωνή γεμάτη απόγνωση.
– Στην αρχή ερχόντουσαν. Ύστερα… τίποτα.
– Δεν είναι δυνατόν! Έγραφα κάθε βράδυ! Κάποιος… κάτι… τα εμπόδισε!
Τα μάτια της Άγκι γέμισαν δάκρυα.
– Νόμιζα ότι με ξέχασες. Περίμενα… και περίμενα. Ύστερα ήρθε εκείνος. Με στήριξε. Μου έδειξε καλοσύνη. Πίστεψα πως κι εγώ άξιζα λίγη ευτυχία.
– Και είσαι… ευτυχισμένη; – ψιθύρισε ο Λάτσι.
Μετά από παύση, εκείνη αποκρίθηκε:
– Δεν έχει σημασία πια τι θα μπορούσε να γίνει. Αυτό είναι το παρόν μου.
Ο Λάτσι έμεινε στο παγκάκι της αποβάθρας όταν εκείνη έφυγε. Έβγαλε από την τσέπη του το τελευταίο γράμμα. Ήταν ξεθωριασμένο. Στο τέλος έγραφε:
**«Σ’ αγαπώ. Θα σε περιμένω.»**
Γέλασε. Ξηρό, πικρό γέλιο. Μα ήξερε πια: η ζωή δεν δίνει πάντα απαντήσεις. Ούτε δικαιοσύνη.
Μερικές μέρες αργότερα, μια ηλικιωμένη γυναίκα τον πλησίασε.
– Εσύ είσαι ο Λάτσι;
Ήταν η μητέρα της Άγκι. Κι εκείνη του αποκάλυψε την αλήθεια: τα γράμματα ποτέ δεν έφτασαν. Ο άντρας που έγινε τελικά σύζυγός της, εργαζόταν τότε ως ταχυδρόμος. Και τα έκρυβε.
– Δεν φταις εσύ, παιδί μου – του είπε. – Ποτέ δεν έφταιγες.
Κι έτσι, ο Λάτσι έμαθε την αλήθεια που δεν ειπώθηκε ποτέ. Μια αλήθεια σκληρή, αλλά και λυτρωτική.
Στο τέλος, μέσα σε ένα παλιό κουτί, βρήκε ένα τελευταίο γράμμα. Ποτέ δεν το είχε δει.
**«Αν κάποτε διαβάσεις αυτό το γράμμα… να θυμάσαι: σ’ αγάπησα πραγματικά. Και αυτό δεν αλλάζει.»**
Και τότε, πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, ο Λάτσι κατάφερε να κοιμηθεί. Όχι επειδή ξέχασε, αλλά επειδή κατάλαβε.
**Γιατί υπάρχουν αγάπες που δεν τελειώνουν. Μένουν – ακόμα κι όταν όλα τα άλλα χαθούν.**







