Ο σύζυγός μου αγόρασε το καινούργιο διαμέρισμα μόνο στο όνομά του. Εγώ αγόρασα το παλιό μας διαμέρισμα στο δικό μου όνομα.

Είναι ενδιαφέρον

ΜΙΑ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΠΟΥ ΑΛΛΑΞΕ ΜΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

«Μην τα διαβάζεις όλα, Λίντα. Είναι τυπικά πράγματα», μου είπε ο Ρόμα και μου έσπρωξε ένα στυλό.

Ο συμβολαιογράφος, όμως, άρχισε να διαβάζει το συμβόλαιο δυνατά.

Και τότε άκουσα κάτι που δεν γνώριζα.

Το διαμέρισμα που θα αγοράζαμε θα ήταν **αποκλειστικά δικό του**. Η μητέρα του είχε πουλήσει το δικό της σπίτι και του έδωσε τα χρήματα. Η υπόλοιπη αγορά θα γινόταν με στεγαστικό δάνειο.

«Πότε πουλήθηκε το σπίτι της;» ρώτησα.

Ο Ρόμα απέφυγε το βλέμμα μου.

«Πριν έξι εβδομάδες».

Έξι εβδομάδες.

Έξι εβδομάδες που ο άντρας μου δεν μου είχε πει τίποτα.

Το χειρότερο όμως ήρθε μετά.

Το δάνειο θα το πληρώναμε και οι δύο. Από τον οικογενειακό μας προϋπολογισμό. Από τα δικά μου χρήματα επίσης. Κι όμως, το σπίτι θα παρέμενε μόνο δικό του.

Δεν υπέγραψα.

Η πεθερά μου ήρθε να με βρει αργότερα.

«Τα χρήματα είναι δικά μου», μου είπε. «Δεν θέλω να ξαναπάθει ο γιος μου ό,τι έπαθε με την πρώτη του γυναίκα».

Της απάντησα ήρεμα:

«Δεν θέλω τα χρήματά σας. Ας μείνει το μέρος που αγοράζετε με αυτά δικό σας. Αλλά το δάνειο και ό,τι πληρώνουμε μαζί πρέπει να είναι δίκαιο».

Εκείνη δεν απάντησε.

Μέχρι που, λίγες μέρες αργότερα, μου είπε κάτι που πάγωσε το αίμα μου.

«Εγώ είχα πει στον Ρόμα να γραφτεί το σπίτι και στους τρεις μας. Σε μένα, σε εκείνον και στη Σόνια. Εκείνος μου είπε ότι εσύ ήθελες το συμβόλαιο».

Τότε κατάλαβα.

**Δεν ήταν η πεθερά μου που φοβόταν εμένα. Ήταν ο άντρας μου που είχε πει ψέματα και στις δύο μας.**

Πήγα μόνη μου στον συμβολαιογράφο.

Ζήτησα ένα διαφορετικό συμβόλαιο.

Το νέο σπίτι θα ήταν δικό του, μαζί με ολόκληρο το δάνειο.

Και το παλιό μας δυάρι, που πληρώναμε δέκα χρόνια μαζί, θα ήταν αποκλειστικά δικό μου.

Ο Ρόμα εξοργίστηκε.

«Μου παίρνεις το σπίτι!»

«Όχι», του είπα. «Σου αφήνω ακριβώς αυτό που ζήτησες. Να μην έχω κανένα δικαίωμα στο δικό σου σπίτι και στο δάνειό σου. Κι εσύ δεν θα έχεις δικαίωμα στο δικό μου».

Υπέγραψε.

Από τότε δεν χωρίσαμε επίσημα.

Απλώς μένουμε σε διαφορετικές άκρες της πόλης.

Η κόρη μας πηγαίνει στη γιαγιά της τα Σαββατοκύριακα. Εκείνη της φτιάχνει τηγανίτες. Ο πατέρας της κάθεται τα βράδια στην κουζίνα και κάνει υπολογισμούς με μια αριθμομηχανή.

Κι εγώ μένω μόνη στο δυάρι μας.

Μια μέρα χάλασε η βρύση. Του έστειλα μήνυμα, γιατί πάντα εκείνος την επισκεύαζε.

Η απάντησή του ήρθε μετά από μία ώρα:

«Φώναξε υδραυλικό. Το σπίτι είναι πλέον δικό σου».

Κοίταξα την οθόνη για πολλή ώρα.

Δεν ξέρω αν έκανα το σωστό.

Ξέρω μόνο πως μια οικογένεια δεν διαλύεται από ένα συμβόλαιο.

Διαλύεται όταν η εμπιστοσύνη γίνεται μικρότερη από την αξία ενός σπιτιού.

Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα υπογράφατε για να μείνετε όλοι μαζί ή θα ζητούσατε κι εσείς κάτι δίκαιο, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ότι η οικογένεια θα έπρεπε να χωρίσει σε δύο σπίτια;

Visited 29 times, 29 visit(s) today
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο