— Αλένα, πες στον διανομέα να βάλει τη βιβλιοθήκη κατευθείαν στο παιδικό δωμάτιο. Μετά θα τη συναρμολογήσουμε.
Η Αλένα πάγωσε στην είσοδο.
Κοίταξε τον άντρα της και μετά τις μεγάλες κούτες που γέμιζαν ήδη το σπίτι.
Πριν από τρεις εβδομάδες, ο αδελφός του, ο Κωνσταντίνος, είχε έρθει με τη γυναίκα του και τον εννιάχρονο γιο τους. «Μόνο για δέκα μέρες», της είχε πει ο Βλαντισλάβ.
Τώρα υπήρχαν έπιπλα.
— Ποια βιβλιοθήκη; — ρώτησε ήρεμα.
— Του Μίσα. Την παρήγγειλε ο Κόστια.
Η Αλένα κοίταξε τον άντρα της.
— Δεν είχαμε πει ότι θα έμεναν δέκα μέρες;
Εκείνος απέφυγε το βλέμμα της.
— Η ανακαίνιση άργησε.
— Τόσο πολύ ώστε να χρειάζεται καινούριο γραφείο;
Η Ολγκα εμφανίστηκε στην πόρτα.
— Το παλιό δεν άξιζε να το μεταφέρουμε. Αυτό θα το πάρουμε μαζί μας.
«Μαζί μας».
Η φράση έμεινε στο μυαλό της Αλένα.
Το ίδιο βράδυ έμαθε την αλήθεια.
— Πότε φεύγουν; — ρώτησε τον άντρα της.
Εκείνος σώπασε.
— Βλαντ;
— Μάλλον… μέχρι το καλοκαίρι.
Η Αλένα ένιωσε την καρδιά της να βαραίνει.
— Το υποσχέθηκες στον αδελφό σου;
— Ήξερα ότι θα καταλάβεις.
— Όχι. Εσύ ήξερες ότι θα πω όχι. Γι’ αυτό δεν με ρώτησες.
Εκείνος ύψωσε τη φωνή.
— Είναι και δικό μου σπίτι!
Η Αλένα πήγε στο δωμάτιο, πήρε τα έγγραφα και τα άφησε μπροστά του.
— Διάβασέ τα.
Ο Βλαντισλάβ δεν τα άγγιξε.
— Ξέρεις πολύ καλά ότι το σπίτι ήταν δικό μου πριν γνωριστούμε. Πριν παντρευτούμε.
— Είμαστε οικογένεια!
— Ακριβώς. Και στην οικογένεια δεν αποφασίζει ο ένας για τη ζωή όλων χωρίς να ρωτήσει τον άλλον.
Τότε ο Κωνσταντίνος μίλησε.
— Βλαντ… μου είπες ότι μπορούμε να μείνουμε μέχρι το καλοκαίρι.
Σιωπή.
Ο Βλαντισλάβ κατέβασε το βλέμμα.
Η Αλένα κατάλαβε πως αυτό ήταν το πραγματικό πρόβλημα.
Δεν ήταν η βιβλιοθήκη.
Δεν ήταν το παιδικό γραφείο.

Ήταν ότι ο άντρας της είχε αποφασίσει πως το σπίτι της μπορούσε να γίνει καταφύγιο για όποιον ήθελε — χωρίς καν να ζητήσει τη γνώμη της.
Τους έδωσε μία εβδομάδα.
Ο Κωνσταντίνος βρήκε νέο σπίτι. Ο Μίσα απέκτησε το δωμάτιό του, το γραφείο του και τη βιβλιοθήκη του.
Λίγες μέρες αργότερα, ο Βλαντισλάβ κάθισε απέναντί της.
— Είχα άδικο, — είπε τελικά.
Η Αλένα τον κοίταξε.
— Δεν χρειαζόμουν να μου πεις «συγγνώμη». Χρειαζόμουν να καταλάβεις κάτι.
— Τι;
— Το ότι είμαστε παντρεμένοι δεν σημαίνει ότι μπορείς να αποφασίζεις για ό,τι είναι δικό μου.
Εκείνος έγνεψε.
— Το κατάλαβα.
Η Αλένα δεν ήξερε αν θα ήταν αρκετό.
Όμως ήξερε κάτι άλλο:
η καλοσύνη της δεν ήταν άδεια ιδιοκτησίας για κανέναν.
Και το σπίτι της δεν ήταν «οικογενειακό καταφύγιο» μόνο επειδή κάποιος αποφάσισε να το ονομάσει έτσι.







