Η ψιλή βροχή χτυπούσε απαλά τη στέγη, αφήνοντας στα παράθυρα ίχνη σαν δάκρυα που κανείς δεν έβλεπε ποτέ. Η Όλγα στεκόταν στη σκάλα του δικαστηρίου και κοιτούσε τον Αντρέι, που προχωρούσε με αυτοπεποίθηση, σαν να του ανήκε ολόκληρος ο κόσμος.
Η Κριστίνα, η νέα του σύντροφος, γελούσε κρύβοντας τα χέρια της στη κοντή γούνα της, σαν να ένιωθε ζεστασιά και ασφάλεια. Και η Όλγα… ένιωθε πως ο κόσμος της είχε σπάσει στα δύο.
«Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να είναι έτσι;» σκέφτηκε όταν ο Αντρέι άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και βοήθησε την Κριστίνα να μπει μέσα. Η καρδιά της σφιγγόταν από θυμό και αίσθημα αδυναμίας, αλλά έσφιξε τα δάχτυλά της σε γροθιά.
Ο ψυχρός υπολογισμός κυριάρχησε πάνω στα συναισθήματα: τέλος η λύπηση για τον εαυτό της, τέλος το ανήμπορο κλάμα.
Μπαίνοντας στο διαμέρισμα, η Όλγα παρατήρησε αμέσως την ακαταστασία: άδειες κονσέρβες, σακούλες με πράγματα, περιοδικά σκορπισμένα παντού. Η Βαλεντίνα Πέτροβνα είχε ήδη πάει στο παράθυρο με τη μεζούρα και το σημειωματάριο, αξιολογώντας τον χώρο.
«Μπεζ ρωμαϊκές κουρτίνες… και καθόλου ακαταστασία!» είπε σαν να εξέδιδε απόφαση. Η Όλγα έγνεψε σύντομα, ενώ μέσα της η οργή συνέχιζε να βράζει.
— Εντάξει, κυρία Βαλεντίνα Πέτροβνα, — είπε η Όλγα προσπαθώντας να κρατήσει σταθερή τη φωνή της. — Θα τα μαζέψω όλα.
Κάθε λέξη ακουγόταν σαν πρόκληση. Καταλάβαινε ότι αυτό δεν ήταν απλώς ένα διαμέρισμα· ήταν η ζωή της, το παρελθόν της, που ο Αντρέι και τα νέα του σχέδια προσπαθούσαν να σβήσουν.

Το βράδυ έπρεπε να αποδείξει στο δικαστήριο ότι είχε δίκιο, αλλά τώρα πιο σημαντικό ήταν να ελέγξει τον εαυτό της και να μην δείξει αδυναμία.
Άνοιξε το κουτί με τα εργαλεία· η μυρωδιά του μετάλλου και του παλιού ξύλου την τύλιξε. Η καρδιά της σφίχτηκε, όμως το βλέμμα της έμεινε αποφασιστικό. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο. Απρόσμενη κλήση από άγνωστο αριθμό. Απάντησε:
— Παρακαλώ;
— Όλγα… — η φωνή ήταν χαμηλή αλλά γνώριμη. — Ξέρω τι συνέβη με το διαμέρισμα. Μπορώ να σε βοηθήσω.
Στην άλλη άκρη της γραμμής επικράτησε σιωπή. Μέσα της κάτι άλλαξε: μια ευκαιρία να γυρίσει την κατάσταση, μια ευκαιρία όχι απλώς να υποστεί την ήττα, αλλά να πάρει τον έλεγχο στα χέρια της. Έγνεψε σιωπηλά, παρόλο που ο συνομιλητής δεν μπορούσε να τη δει.
Πάνω στο τραπέζι βρίσκονταν τα κλειδιά, τα έγγραφα, οι λογαριασμοί των τελευταίων μηνών. Σε καθένα από αυτά υπήρχε η απόδειξη ότι ο Αντρέι είχε προετοιμαστεί για αυτό το παιχνίδι εδώ και καιρό.
Όμως η Όλγα ήξερε πως είχε όπλο — την αλήθεια, σκληρή σαν ατσάλι. Και αν τη χρησιμοποιούσε σωστά, κανείς δεν θα μπορούσε να τη σταματήσει.
Αναστενάζοντας, έκλεισε το κουτί και κοίταξε από το παράθυρο τη βροχή που έπεφτε απαλά. Ό,τι κι αν ερχόταν, θα ήταν δύσκολο, δραματικό, ίσως και επικίνδυνο. Αλλά τώρα η Όλγα δεν ήταν πια θύμα. Ήταν έτοιμη για τη δική της μάχη.







